Οι νεράιδες του Μαν

Παράξενο! σκέφτηκε. Πως της ήρθε να μπει στην καμπίνα μου; Δεν ξέρει που είναι η δική της; Γιατί απέναντί της, περιτριγυρισμένη απ’ το γαλάζιο φως, λες κι ήταν το σώμα της που το ανέδιδε, καθόταν η γαζέλα επάνω στο κρεβάτι του Ξαβιέ. Καθόταν και της χαμογελούσε. Η Μπεατρίς δεν ήξερε τι να πει κι έτσι χαμογέλασε κι αυτή νευρικά. Τι φοβερό να μην ξέρεις το όνομα ενός ανθρώπου – πως να ξεκινήσεις κουβέντα; Πράγματι, θα ήταν λίγο δύσκολο ν’ αρχίσει μια φιλική συζήτηση ανάμεσά τους, αν εκείνη ξεκινούσε πρώτη με τα λόγια: “Λοιπόν, αγαπητή μου γαζέλα…” Υπήρχαν βέβαια και οι λύσεις των χαϊδευτικών (χρυσό μου, γλυκιά μου, καλό μου παιδί) στα οποία η Μπεατρίς κατέφευγε συχνά, ιδίως όταν είχε να κάνει με κάποιον προμηθευτή του οποίου το όνομα δε θυμόταν ούτε επί ποινή θανάτου, και στο οποίο όφειλε να κάνει τα γλυκά μάτια για να μη χάσει κανένα χαλί ή κανένα πίνακα. Αλλά, στην περίπτωσή μας, τι έχω να χάσω; Αυτή η κοπέλα το μόνο που ξέρει να κάνει είναι να χαμογελάει ηλιθιωδώς.

Αύγουστος Κορτώ, εκδόσεις Καστανιώτη

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s